ΦΗΛΙΚΟΣ ΣΦΗΝΑΡΟΛΑΚΗΣ – Φιλιόκβε

Φιλιόκβε
ή
Κυανούν μπλου (απόσπασμα ασπασμού)

«Εις μνήμην του πατρός μου Μιχαήλ Γεωργίου Σφηναρολάκη,
δεύτερου μηχανικού των υπερατλαντικών
και εις μνημοσύνην των πατέρων, φιλίων και δελφών
που έχασαν τα κεφάλια τους από την κορωνίδα του πολιτισμού,
από την πυρίτιδα και από την πυτιρίδα του καπιταλισμού
που σαν φλόγα, μεσαιωνική φωτιά και φλεγμονή ανάβει και κορώνει
και ας είχαν πάπα και παπά και μπάρμπα στην Κορώνη.»
Φ. Σ

basium, indicum illum saturatiorem
ελληνιστί. φιλί, το βαθύ λουλακί ή φιλάκι, το βαθύ λουλάκι

Κύσον με
με τα υπερκόγχεια χείλη σου
και στόχευσέ με, με
τα υπερόφρυα τοξοειδή σου τόξα

στο μήλο που έχω πάντοτε στο στόμα μου
από τότε που βγήκα με μαύρα δάκρυα και με κλάματα
επάνω στα μελανάγρια κλήματα της αμπέλου
από τον αρτοκλίβανο των θεαμάτων της μητρός μου
και μύρισε ο θύμος και ο θυμός μου
απ’ το κρεβάτι μου μέχρι την κρεβατίνα μου

κύσον με
με τα υπερκόγχεια χείλη σου
και στόχευσέ με, με
τα υπερόφρυα τοξοειδή σου τόξα

στο στόμα που έχω και στη μιλιά που δεν απέκτησα ποτέ
και ας είχα πάντοτε μία μηλιά καρποφορούσα στην πίσω μου αυλή
και τη φαιδρή πορτοκαλιά στην πέτρινή μου μπροστινή
την κατά Osbeck και κατά κυνική ομολογία κιτρέα τη σινική
με τα κοχλιωτά της, τα ελικοειδή, με τα σπειροειδή της, τα εσπεριδοειδή
τα πορτοκάλια με τα πενήντα τρία κόμμα δύο μιλιγραμμάρια ασκορβικού οξέος
έκαστο
που ράμφιζαν οι κολοιοί, με πρώτο τον κολοίαρχο, τον αρχηγό των καλιακούδων

καθέκαστο θανάτου αγγελτήριο
προς κάθε ναυτιλλόμενο που πέρναγε με σφυριλατικό βηματισμό
και με επικήδειο εμβατήριο
το τρίγωνο των Βερμούδων

κύσον με
με τα υπερκόγχεια χείλη σου
και στόχευσέ με, με
τα υπερόφρυα τοξοειδή σου τόξα
τυφλοίς και ιδίοις όμμασι
στο στόμα μου και στ’ όμμα
και το γαλλικό φιλί σου
σαν το γαλλικό κλειδί σου
που έχει σκουριάσει στο ξύλινο μπαούλο σου
και έχει υποστεί την κόπωση καθέκαστου μετάλλου
τον ερπυσμό του χάλυβος και του χυτοσιδήρου
να σφίγγει την καρδιά μου και τις καρδιακές βαλβίδες
και από όλες τις ατόλες τής ασιατικής ηπείρου
τη Γαλλική Πολυνησία, το Τουβαλού και τις Μαλδίβες
η ψυχή μου να πηγαίνει στη γνωστή μας σε όλους Κούλουρη
και κούμουλη απ’ τον κούμουλο, να επιστρέφει κούλουμη με άγνοια και απειρία

και το γραικικό φιλί σου
το άναυδο και απηυδισμένο
το ορθά σου απηυθυσμένο και το ορθώς απευθυνόμενό σου ελληνικό
σαν την κλείδα σου και σαν την κλείδωσή σου
σαν την χειρώνειο λαβή σου και τον μαίανδρο
να διακοσμεί τη ζωοφόρο του αχανούς καθεδρικού ναού μου
του ανορθόδοξα ορθού μου
με τον εγκέφαλό μου να ξυπνάει τον εγκέλαδο

κύσον με
με τα υπερκόγχεια χείλη σου
και στόχευσέ με, με
τα υπερόφρυα τοξοειδή σου τόξα
ώ φόβε μου κοκκάλινε
οστέινο πρες παπιέ μου
τρόμε απολιθωμένε μου και αποσκελετωμένε
συ που ποιείς τη νήσσα μου
κρανίο του πατρός μου
κρανίου τόπος εντός μου και ετκός μου τρικυμία
συ που ποιείς την κίσσα μου και αυτή σού κισσιβίζει
μέσα από την κισσάμπελο και από την βεγονία του είδους boliviensis

να ζει κανείς ή να νομίζει; ιδού η απορία μου
και ιδού ο άνθρωπός μου, ο χούμος ο χρυσός μου, ο homo obliviensis

μη συνοφρυώνεσαι, μελανόφρυδέ μου
βάλε το βέλο σου και βίβαλε α καπέλα
το άλλο σου καπέλο, τον πίλο με το πέλο(ς)
του άλλου σου παπά το άγιον ευαγγέλιον
το βέλος του χρόνου άλλαξε κατεύθυνση και χέρια
σαν τον χαλυβδόφαιο και τον σιδηρομέλανα στίλβοντα ανεμοδείκτη
στα δάκτυλα ενός κυμινοκίμβικος νεκροτυμβοκλεπτολωποεκδύτη
πέσαν έξω τα βέλη σου, τα αντιτορπιλικά σου
σάπισε το φέρετρο και μούχλιασε η φαρέτρα
κύσσε και συ την κίσσηρη κι άσε τη μαύρη πέτρα
μετέωρη της Μέκκα
μετεωροφένακα του Κα, του Μπα, του Χου, του Χέκα!

με ποιο χείλος, φιλούμε;
και έπειτα για ποιο φιλί, ποιο φίλημα και φήλωμα, μιλούμε;
ποιο κόκκινο φιλί, πιο κατακόκκινο απ’ την πυρέρυθρη ντροπή
πιο πορφυρίζον απ’ τη σάπφειρο και απ’ όλα τα ορυκτά του ρουβιδίου
από την ερυθρότητα του επιχειλίου έρπητος
μέχρι τη φωτεινότητα του μακρινότερου υπεργίγαντος ηλίου
από την πορφυρότητα του κοντινότερου σε όλους κυανού
στο παραπλήσιο πρωσικό μας, το πλησιέστερο προσωπικό μας μπλου

με ποιο χείλος, φιλούμε;
μ’ εκείνο της αβύσσου, με αυτό του αφανισμού
μ’ εκείνο της κατάρρευσης, με αυτό του εγκρεμνού;
σέρπον φιλί του σερπετού που σαν τη σερπαντίνα σπεύδει ταχέως στα χειλανθή
και έπειτα για ποιο φιλί, ποιο φίλημα και φήλωμα
ποιο πίλημα ή και πίλωμα, παπύλωμα, μιλούμε;
και εφάπτουμε τα άλαλά μας χείλη στους αλλήλους
σαν τάσια μαύρα από αργυρά
σαν κύμβαλα αλαλάζοντα γυψώδη από αλαβάστρινα
πράσινα απ’ τη σκουριά

και η γλώσσα μας
να σήπεται εντός του στόματός μας
ίνα σιγεί σιγά σιγά
σαν την κραυγή της κάργιας
σαν την κακόηχη φωνή και την βραδυφλεγή˙
σαν τον ρωγμό απ’ τον κρωγμό της καρακάξας

κύσον με
στα χείλη και τις παρειές
και στόχευσέ με
στις ερωτογενείς μου ζώνες και τις θνησιγενείς μου περιοχές
στα τρωτά σημεία μου, στις ρώγες, τις ρωγές μου
στις αχιλλείους πτέρνες μου, τις μελανές οπές μου
και βάλε το κλειδί του σολ στο μουσικό κουτί
στο κλείθρο της ρομβίας
ν’ ακούσεις την μέσα μου σιωπή και την εντός μου νεκρική σιγή
του ασύμφωνου συμβίωσης και της ασυμφωνίας

κύσον με
στα χείλη και τις παρειές και καταγλώττισέ με
και στόχευσέ με μέ τη σεσηπή, τη μαύρη σίελό σου
τείνε τους σιελογόνους σου και φτύσε με στο στόμα
για να γευθώ το άκρα αμινοτελικό και τοξικό σου πτώμα
και ας μη μπορούνε οι νεκροί ν’ αποσπαστούν
και ν’ ασπαστούν τους ζώντες
και ας μη μπορούν οι ζωντανοί ν’ αποσπαστούν
και ν’ ασπαστούν τους εκλιπόντες
και ας μη φιλούν, ούτε φυλούν τα χώματα
που τα πατούν και περπατούν
τα σαπισμένα τους κορμιά, τα μαύρα σώματα
τα faux bisous και τα φρου φρου και τα αρώματα
τα ίδια εμού και τα μπενού και τα κοράκια

απόσπαση ασπασμού
μάκια, φιλιά, φιλάκια.

xxx

Μεθ’ υπολήψεως
Φήλικος Σφηναρολάκη

Ευσεβάστως,
Ευτύχιος Μιχαήλ Σφηναρολάκης


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s